Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεσσαλονίκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεσσαλονίκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28 Ιανουαρίου 2012

Όταν ideal δεν σημαίνει ιδανικό

Όταν κρίνω κάτι (είτε στη δουλειά μου είτε στην προσωπική μου ζωή) κατά κανόνα προσπαθώ να βρω και κάτι θετικό να επισημάνω, όσο αρνητικά κι αν είναι τα υπόλοιπα σχόλιά μου. Υπάρχουν, ωστόσο, μερικές φορές που δεν έχω σχεδόν τίποτα το θετικό να πω· ή που δεν έχω την παραμικρή διάθεση να ψάξω να βρω το θετικό.


Έτσι ένιωσα πριν από λίγες ημέρες που επισκέφτηκα το bistro «Ιντεάλ». Η όλη εμπειρία με έκανε να σκεφτώ ότι μερικά εστιατόριο απλώς δεν πρέπει να υπάρχουν.

Θα είμαι σύντομη (για τα δεδομένα μου) καθώς δεν έχω καθόλου κέφι να μπω σε πολλές λεπτομέρειες.


Ήταν η δεύτερη--και, αναμφίβολα, η τελευταία--φορα που επισκεπτόμουν το μαγαζί. Η πρώτη ήταν πριν από 3-4 χρόνια και επιεικώς τραγική: Άθλια εξυπηρέτηση, απαράδεκτο φαγητό, λάθος στον λογαριασμό, καμία συγγνώμη για το λάθος.

Όταν λοιπόν μου προτάθηκε νέα επίσκεψη στο μαγαζί, ήμουν πολύ διστακτική αλλά τελικά αποφάσισα να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία. Αν μη τι άλλο, ήταν Τρίτη και ίσχυε μενού των 10€, οπότε τουλάχιστον η ζημιά δεν θα ήταν στην τσέπη μου.

Ειρήσθω εν παρόδω ότι το τριτιάτικο μενού των 10€ δεν με βρίσκει σύμφωνη ως ιδέα: Πιθανότητα θα φας άσχημα, καθώς ένα τόσο φτηνό μενού απαιτεί φτηνά ή μπαγιάτικα υλικά. Αν παρ' ελπίδα φας καλά, ακόμα και με μερίδες ΧS, εύλογα θα υποθέσεις ότι σε κοροϊδεύουν τις άλλες μέρες που ανάλογο μενού έχει τουλάχιστον 20€ και άρα δεν θα ξαναπατήσεις. Lose-lose situation, δηλαδή.

Κλείνει η παρένθεση και ξαναγυρίζουμε στο Ιντεάλ: Δεν αισθάνθηκα καθόλου ευπρόσδεκτη. Ο ιδιοκτήτης ήταν επανειλημμένα αγενής και καθόλου εξυπηρετικός. Η σερβιτόρα ήταν αγχωμένη και ανεκπαίδευτη. Βίωσα ένα εντελώς διεκπεραιωτικό σέρβις με στόχο τα ευρουλάκια μου.

Κάποιοι από την παρέα είχαν έρθει νωρίτερα από τους άλλους και επί ένα 20λεπτο--μπορεί και ημίωρο--δεν τους έφεραν ούτε ένα ποτήρι νερό. Όταν τελικά ήρθαν όλοι  και παραγγείλαμε το φαγητό μας, η σερβιτόρα δεν ρώτησε αν θα πιούμε κάτι, γύρισε να φύγει και κάποιος από την παρέα τη σταμάτησε λέγοντας «εεεεμ, τι θα πιούμε;»!

Τι φάγαμε; Το μενού είχε μόνο πρώτο και κυρίως πιάτο. Ούτε καν ένα σοκολατάκι για επιδόρπιο. Υπήρχαν δύο επιλογές πρώτου (πράσινη σαλάτα ή σούπα καρότο) και άλλες δύο δεύτερου (χοιρινό με κάτι ή γλυκοπατάτα με σπανάκι, γάλα καρύδας και--νομίζω--κάρι).

Καροτόσουπα. Σε πρώτο πλάνο κείται το Βιτάμ.
 Η σούπα είχε απροσδιόριστη γεύση και δυσάρεστα χοντροκομμένη υφή. Το κλου, όμως, ήταν η κουταλιά Βιτάμ (!!!) που επέπλεε στην επιφάνεια. Ναι, Βιτάμ. I rest my case.

 
Το χοιρινό μας θύμισε φαγητό από δεξίωση γάμου σε κοσμικό κέντρο της κακιάς ώρας (βλ. και το ντεκόρ: Ρύζι και κλαράκι μαϊντανού). Η σάλτσα δεν είχε καμία διακριτή γεύση και το κρέας έμοιαζε σαν νερόβραστο. Το έδεσμα με σπανάκι και γλυκοπατάτα δεν το δοκίμασα αλλά ούτε αυτό εισέπραξε κολακευτικά σχόλια.

 
Οι φωτογραφίες μου είναι κακές αλλά το φαγητό ήταν χειρότερο. Αρκεί να αναφέρω ότι κανένας μας δεν κατάφερε να φάει όλο το φαγητό του. Και, όχι, δεν ήμασταν χορτάτοι ούτε οι μερίδες ήταν μεγάλες.

Το μαγαζί ήταν γεμάτο. Δεν καταλαβαίνω γιατί, εκτός αν όλοι έρχονταν πρώτη φορά λόγω του μενού των 10€. Επίσης, το κάπνισμα επιτρεπόταν ενώ ο εξαερισμό ήταν ανύπαρκτος, με αποτέλεσμα βγαίνοντας να αισθάνομαι και να μυρίζω σαν μετσοβόνε. Το χειρότερο ήταν ότι ο χώρος ήταν κυριολεκτικά κρύος, σαν να μην είχε καθόλου θέρμανση και αυτό σε μια από τις πιο κρύες βραδιές του χειμώνα.

Τι κρίμα για ένα μαγαζί σε τόσο κεντρικό σημείο, με συμπαθητική διακόσμηση και ευχάριστη μουσική...

Και, άντε, ας πω και κάτι πραγματικά θετικό: Μου αρέσουν τα χάρτινα γλυπτά του εικαστικού Άρι Στοΐδη στον εξωτερικό χώρο, κάτω από τα παράθυρα. Μόνο που ούτε τρώγονται ούτε πίνονται και τα απολαμβάνεις χωρίς να χρειάζεται να μπεις στο μαγαζί...

10 Δεκεμβρίου 2011

Π-box στη Θεσσαλονίκη

Στο νέο (για την πόλη μας) εστιατόριο Π-box βρέθηκα ένα απόγευμα που ήμουν λυσσασμένη από την πείνα. Η πείνα δεν είναι καλό πράγμα όταν δοκιμάζεις ένα καινούργιο εστιατόριο γιατί, ως γνωστόν, όταν πεινάς όλα σου φαίνονται ωραία. Πάντα; Εμ, μάλλον όχι.

Το Π-box είναι πνευματικό παιδί του Χριστόφορου Πέσκια και τα δύο πρώτα Π-bοx βρίσκονται στην Αθήνα. Το θεσσαλονικιώτικο είναι τόσο καινούργιο που δεν αναφέρεται καν στην ιστοσελίδα των εστιατορίων. Βρίσκεται, πάντως, στον 1ο όροφο του Notos Galleries και από τη μια πλευρά του "βλέπει" στο κατάστημα Public.

Η φιλοσοφία των Π-box θα μπορούσε να συνοψιστεί σε casual, χαλαρή και φιλική ατμόσφαιρα, επικοινωνία, απλά υλικά, ιδιαίτερες γεύσεις. Σύμφωνα με την παραπάνω ιστοσελίδα, "εμείς οι ίδιοι έχουμε απορρίψει τα χαοτικά μαγαζιά, τον μινιμαλισμό, τις απρόσωπες καταστάσεις."

Μπαίνοντας στον χώρο παρατηρεί κανείς τη λιτή αισθητική καθώς και τα στοιβασμένα στα ράφια προϊόντα: Ελληνικά και εισαγόμενα, από σάλτσα σόγιας και ρύζι carnaroli μέχρι σιροπιαστά από τη Μέση Ανατολή. Τα προϊόντα στα ράφια όχι μόνο είναι προς πώληση αλλά επίσης λειτουργούν ως αποθήκη του μαγαζιού: μπορεί να δείτε τον μάγειρα να βγαίνει από την κουζίνα και να παίρνει από τα ράφια ό,τι χρειάζεται.

Ο διάκοσμος είναι σε διακριτικά, γκριζωπά χρώματα. Σε κάποιους τοίχους είναι γραμμένες συνταγές. Όταν ο συνοδός μου και εγώ καθίσαμε στο τραπέζι, ο φωτισμός ήταν πολύ δυνατός, πράγμα που με ενόχλησε (γενικά, τα περισσότερα ελληνικά εστιατόρια χάνουν σε ατμόσφαιρα λόγω του έντονου φωτισμού). Ευτυχώς, κάπου στα μισά του γεύματος, κάποιος πάτησε το dimmer. (Ανακούφιση.) Επιλέξαμε να καθίσουμε στο βάθος δεξιά, δίπλα από το παράθυρο προς το Public. Το χάζι στο εσωτερικό του Public είχε πλάκα αλλά έδινε μια αίσθηση φτήνειας, σαν να βρίσκεσαι σε φαστφουντάδικο εμπορικού κέντρου.

Λίγο αφότου καθίσαμε, ήρθε στο τραπέζι ένα μπουκάλι νερό βρύσης και δύο ποτήρια. Το θεώρησα καλό σημάδι γιατί νευριάζω όταν μου φέρνουν στο τραπέζι πράγματα χωρίς να τα παραγγείλω (π.χ. εμφιαλωμένο νερό) και μετά τα χρεώνουν.

Ακολούθησαν οι κατάλογοι. Η κάρτα είχε αρκετή ποικιλία, οι συνδυασμοί των γεύσεων πρωτότυποι αλλά και οι τιμές ολίγον τσιμπημένες. Αναλυτικά το μενού εδώ.


Παραγγείλαμε ένα κοτόπουλο tandoori με σάλτσα γιαούρτι και φρέσκο κόλιανδρο (16€), μία φιλετάκια μοσχαρίσια με yakiniku sauce και αλμύρα (19€), μια σαλάτα με ρόκα, αχλάδι και dressing gorgonzola (9€). Τα κυρίως πιάτα με ψάρι φαίνονταν επίσης ενδιαφέροντα αλλά και τσουχτερά (25€). Παραγγείλαμε ακόμα δυο ποτήρια γαλλικό Sauvignon Blanc και, καθώς περιμέναμε να έρθει η παραγγελία μας, χαζεύαμε τον κόσμο μέσα στο Public.

Σε λίγο ήρθε το κρασί και ακολούθησαν η σαλάτα και τα φιλετάκια.


Η σαλάτα ήταν συμπαθητική αλλά αξιολησμόνητη. Ξεχώριζαν τα αρωματικά, ελαφρά καβουρντισμένα καρύδια ενώ η σάλτσα gorgonzola ήταν σχεδον άγευστη.


Τα φιλετάκια, όμως, ήταν εξαιρετικά: Ψημένα όσο έπρεπε (ροζ μέσα), με σάλτσα αλμυρή, πικάντικη και umami ταυτόχρονα. Ωραία ήταν και τα χόρτα.

Το κοτόπουλο δεν είχε έρθει μαζί με τη σαλάτα και τα φιλετάκια. Περιμέναμε ότι θα ερχόταν αμέσως μετά. Δεν ήρθε. Φάγαμε τη σαλάτα και τα φιλετάκια. Αναρωτηθήκαμε αν το κοτόπουλο ξεχάστηκε. Το είδαμε γραμμένο στην απόδειξη, άρα απλώς αργούσε. Παρατηρήσαμε ότι και σε άλλα τραπέζια άργησαν οι παραγγελίες. Τελικά, το κοτόπουλο ήρθε και η σερβιτόρα ζήτησε ψιλοαδιάφορα συγγνώμη που όλα ήρθαν καθυστερημένα. Βέβαια, το πρόβλημα δεν ήταν η καθυστέρηση γενικώς αλλά το γεγονός ότι θεώρησαν φυσικό ο ένας στο τραπέζι να τρώει και ο άλλος να κοιτάζει. Θα περίμενα από ένα εστιατόριο αυτού του επιπέδου αν μη τι άλλο να φέρνει τα πιάτα με σωστό timing. Το σέρβις γενικά ήταν λίγο αποσυντονισμένο και αμήχανο.


Δυστυχώς το κοτόπουλο ήρθε και δεν έλεγε πολλά. Η σάλτσα θύμιζε λίγο μόνο tandoori ενώ ο πουρές ήταν πικρός, σαν από πράσινες πατάτες.

Για να τελειώσουμε το γεύμα σε θετική και γλυκιά νότα, παραγγείλαμε επιδόρπιο: Μαρέγκα με κρέμα καρύδας και φράουλες (8€) και τάρτα με σοκολάτα gianduja με παγωτό βανίλια (8€). (Ναι, το ομολογώ, είναι αδύνατο να αντισταθώ στη λέξη "gianduja".)


Κάναμε πολύ καλά που πήραμε τα γλυκά γιατί ήταν πραγματικά πολύ ωραία, τόσο σε επίπεδο γεύσεων όσο και υφών. Μου άρεσαν ιδιαίτερα η πεντανόστιμη κρέμα ανάμεσα στις μαρέγκες και η λεπτή, μπισκοτοειδής ζύμη της τάρτας.

Θα ξαναπάω στο P-box; Μάλλον ναι. Θα ήθελα να δοκιμάσω κι άλλα πιάτα αλλά με αυτές τις τιμές, δεν θα το κάνω σύντομα.

Σε σχέση με κάποια άλλα, αρκετά ακριβά εστιατόρια που έχουν πολύ χαμηλότερου επιπέδου κουζίνα, οι τιμές δεν είναι αστρονομικές. Ωστόσο, στην Ελλάδα του Μνημονίου, φοβάμαι ότι δεν είναι πολλοί αυτοί που έχουν την άνεση να απολαμβάνουν συχνά το "casual dining" του P-box.

9 Ιουνίου 2011

«Κρεοπωλείον»: Αυστηρώς για εραστές του καλού κρέατος





Οι Έλληνες αγαπάμε το κρέας. 


Το τρώμε στα σπίτια μας, το τρώμε κι όταν βγαίνουμε έξω. 


Αλλά--μια στιγμή: Ξέρουμε πραγματικά από καλό κρέας;


Ε, λοιπόν, όχι. Πώς αλλιώς εξηγείται ότι καταδεχόμαστε να τρώμε λιγδιάρικους, πανάλμυρους γύρους∙ μπριζόλες με όψη, υφή και γεύση σόλας (μαμά, για σένα λέω!)∙ φιλέτα καρβουνιασμένα και πνιγμένα σε ετοιματζήδικες σάλτσες∙ κοτόπουλα με γεύση φελιζόλ∙ και άλλες ανάλογες... κρεατολιχουδιές. 


Ωστόσο υπάρχουν και εστιατόρια που ξέρουν από καλό κρέας. Ξέρουν να το διαλέξουν και ξέρουν να το μαγειρέψουν. Ένα από αυτά είναι το «Κρεοπωλείον» στη Θεσσαλονίκη, το οποίο με προσκάλεσε να δοκιμάσω το νέο του μενού.






Ήταν η δεύτερη φορά μου στο Κρεοπωλείο. Η πρώτη ήταν ελάχιστες μέρες αφότου είχε ανοίξει και με είχε αφήσει μάλλον απογοητευμένη, γεγονός που απέδωσα στη νεότητα του εστιατορίου. Μάλλον είχα δίκιο γιατί η δεύτερη φορά μού άφησε πολύ θετικές εντυπώσεις.


Στο Κρεοπωλείο δίνουν πολύ μεγάλη σημασία στις πρώτες ύλες. Όπως μου τόνισε ο σεφ και συνιδιοκτήτης Διονύσης Παπανικολάου, τα πάντα φτιάχνονται επιτόπου και τίποτα δεν είναι ετοιματζίδικο. Αυτό φαίνεται--κυρίως στις γεύσεις, η οποίες είναι καθαρές, ισορροπημένες και χωρίς φλυαρία.


Ξεκινήσαμε τη δοκιμή με ορεκτικά: Μελιτζανοσαλάτα, πάπρικα, τυροσαλάτα και ρώσικη. Οι δύο πρώτες έκλεψαν την παράσταση.




Μια εξαιρετική μελιτζανοσαλάτα. Αν και συνήθως δεν εκτιμώ τις μελιτζανοσαλάτες με μαγιονέζα, αυτή ήταν ισορροπημένη, χωρίς έντονη γεύση αυγού και με άρωμα καπνιστής μελιτζάνας αλλά χωρίς καθόλου πίκρα από μελιτζάνας.




Η πάπρικα ήταν γλυκια και καθόλου όξινη, ελάχιστα πικάντικη (όσο πρέπει, δηλαδή). Άρεσε πολύ στους περισσότερους από μας.



Οι φλογέρες με φύλλο κρούστας, τυρί Μπρι και προσούτο Πάρμας ήταν πολύ πιο ωραίες από τις συνηθισμένες φλογέρες χάρη στην χρήση Μπρι, που έδινε.. μπρίο (μα τι ωραία που τα λέω) και κρεμώδη υφή στη γέμιση.





Οι πράσινες σαλάτες που δοκιμάσαμε ήταν νόστιμες και του γούστου μου (μου αρέσουν οι πολύπλοκες σαλάτες με ντρέσινγκ και τέτοια) αλλά μού φάνηκαν άσχετες με το concept του εστιατορίου. (Στο θέμα αυτό θα επανέλθω στο τέλος.)




Τα επόμενα που δοκίμασα ήταν ημοσχαρίσια γλώσσα (πολύ γευστική, έλιωνε στο στόμα), καβουρμάς σχάρας και καβουρμάς με αυγό «μάτι» και τηγανιτές πατάτες. Ως φαν του καβουρμά, τον εξετίμησα δεόντως αν και μού φάνηκε λίγο υπερβολή στον ήδη λιπαρό καβουρμά να προσθέσεις τηγανιτά.





Τα τυριά (μπάτζος τηγανιτός και γκριλούμι--δηλαδή χαλούμι Κοζάνης--στη σχάρα) μάς καθάρισαν με την ευχάριστη οξύτητά τους τον ουρανίσκο ώστε να περάσουμε στο κυρίως πιάτο--παρόλο που είχα ήδη χορτάσει.



Πρώτος ήρθε ο γύρος, ο οποίος όμως δεν έχει μεγάλη σχέση με τον γύρο που βρίσκουμε σε σουβλατζίδικα. Ο συγκεκριμένος ήταν από λαιμό και παντσέτα θηλυκού ζώου (είναι, με πληροφόρησε ο σεφ, πιο νόστιμο από το αρσενικό) και λιγότερο λιπαρός από τον συνηθισμένο γύρο. Δεν είμαι πολύ φανατική του γύρου οπότε δεν θα ισχυριστώ ότι ήταν το αγαπημένο μου πιάτο.



Πολύ περισσότερο μου άρεσε η μπριζόλα (αντρεκότ, για την ακρίβεια) Αμερικής, η οποία έρχεται από τα λιβάδια του Κάνσας. Ο κτηνοτρόφος ακολουθεί μεθόδους σαν αυτές που χρησιμοποιούνται στο μοσχάρι Kobe, με αποτέλεσμα κρέας τρυφερό, με πλούσια γεύση και καλή κατανομή του λίπους. Ακόμη περισσότερο με ικανοποίησε το γεγονός ότι το κρέας ήταν ψημένο όπως ακριβώς μου αρέσει, δηλαδή à point (δηλαδή μέτριο: ροζ μέσα αλλά όχι σενιάν). Τα περισσότερα εστιατόρια έχουν την κακή συνήθεια να γκαγκανιάζουν το κρέας μέχρι να γίνει κάρβουνο, ακόμα κι αν το ζητήσεις μέτριο. Το Κρεοπωλείο δείχνει να σέβεται την πρώτη ύλη του (και τον πελάτη του).


Ενδιαφέρουσα ήταν η γεύση και του γαλλικού αντρεκότ: Πιο πικάντικη και επιθετική, με μια δόση βαρβατίλας. Το κρέας ήταν πιο σκληρό από το αμερικάνικο αλλά και πάλι ήταν σωστά ψημένο.




Καλά λόγια έχω να πω και για τα σουτζουκάκια από βουβαλίσιο κιμά και για τα λουκάνικα Τζουμαγιάς: είχαν πλούσια γεύση, σωστά καρυκεύματα και ωραία, ζουμερή υφή. 




Είχα σκάσει μετά από τόσα εδέσματα και παραλίγο να μη δοκιμάσω το μοσχαρίσιο κότσι με χυλοπίτες, καθώς η εμφάνισή του δεν με εντυπωσίασε. Ευτυχώς που οι συνδαιτημόνες με παρότρυναν να το δοκιμάσω, γιατί τα φαινόμενα απατούσαν τα μάλα: Ήταν εξαιρετικά τρυφερό και πολύ νόστιμο.


Η βραδιά έκλεισε με επιδόρπιο και λικεράκι. 


Αρχικά ήρθε ο κορμός σοκολάτας που κερνάει πάντα το μαγαζί. Και τώρα θα πρέπει να γκρινιάξω λίγο: Το κέρασμα του γλυκού είναι μια ωραία χειρονομία αν το γλυκό είναι αντάξιο του υπόλοιπου γεύματος. Αν, όμως, είναι κατώτερο, στον πελάτη μένει η μέτρια γεύση και εντύπωση του γλυκού. Λοιπόν, ο κορμός του Κρεοπωλείου δεν ήταν σε καμία περίπτωση αντάξιος των λοιπών εδεσμάτων και θα προτιμούσα να λείπει από τον κατάλογο, ακόμα κι αν προσφέρεται δωρεάν.


Ευτυχώς μας δόθηκε η ευκαιρία να δοκιμάσουμε δυο πολύ καλά γλυκά από τις «7 θάλασσες», το αδερφάκι του Κρεοπωλείου: το πολύ καλό μιλφέιγ και το θαυμάσιο παγωτό λουκούμι (σερβίρεται με μπισκοτάκι πτι μπερ α λα μπισκοτολούκουμο).




Αν είχα πάει στο Κρεοπωλείο ως πελάτης, θα προτιμούσα να μου προσφέρουν μια μπουκίτσα μιλφέιγ ή δυο κουταλιές παγωτό λουκούμι αντί για τον αδιάφορο κορμό. Ακόμα καλύτερο θα ήταν αν η κάρτα περιλάμβανε ένα ή δύο καλά γλυκά, επιλεγμένα ώστε να κλείσουν όμορφα ένα γεύμα κρεοφαγίας. 




Ήπιαμε κρασιά Batasiolo αλλά οι λάτρεις του ελληνικού κρασιού δεν χρειάζεται να ανησυχούν. Η λίστα του κρασιού έχει αρκετές καλές επιλογές από τον ελληνικό αμπελώνα. 


Όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς μελετώντας τον κατάλογο του Κρεοπωλείου, έχει επιλογές σχεδόν για όλα τα γούστα. Άλλωστε αυτός μοιάζει να ήταν και ο στόχος των ιδιοκτητών και του σεφ: Κάτι για όλους. Ωστόσο, έχω την άποψη ότι αυτή η προσέγγιση μπορεί να αποβεί σε βάρος ενός καλού εστιατορίου. Πιστεύω ότι είναι προτιμότερο ένα εστιατόριο να έχει ένα σαφές και ειδικευμένο concept, το οποίο και να υπηρετεί. Στο Κρεοπωλείο το concept είναι ασαφές: Όλα κρέας; Σίγουρα δεν είναι η κλασική χασαποταβέρνα αλλά ούτε και απλώς μια πιο σύγχρονη εκδοχή της. Πιάτα κρέατος από τη διεθνή και την ελληνική κουζίνα; Συνύπαρξη παραδοσιακών, ελληνικών γεύσεων με διεθνείς πινελιές, πάντα με βάση το κρέας; Δυσκολεύομαι να αντιληφθώ το concept που βάζει στην κάρτα καβουρμά Ξάνθης δίπλα σε σνίτσελ α λα κρεμ∙ή ριζότο με porcini και παρμεζάνα δίπλα σε σάλτσα πάπρικα. 


Κατά τη γνώμη μου, εκεί εντοπίζεται η μεγαλύτερη αδυναμία του μενού, η οποία αδικεί τα νόστιμα επιμέρους πιάτα και το «ψάξιμο» των ιδιοκτητών. Θα προτιμούσα το Κρεοπωλείο να καθιερωθεί ως π.χ. η σύγχρονη ελληνική χασαποταβέρνα με εμμονή στην άριστη πρώτη ύλη και στο τέλειο μαγείρεμα, παρά να είναι απλώς μια ακόμα σύγχρονη χασαποταβέρνα ανάμεσα στις άλλες. Νομίζω ότι με λίγο πιο σαφές branding, το Κρεοπωλείο μπορεί να αποτελέσει γαστρονομικό ορόσημο για τους κρεατοφάγους της Θεσσαλονίκης.




Ποιον θα έφερνα εδώ; Τον φίλο από την επαρχία που ισχυρίζεται ότι ξέρει τα πάντα γύρω από το κρέας∙ τον συνεργάτη μου για ένα γεύμα εργασίας∙ ολόκληρη την οικογένεια για ένα περιποιημένο οικογενειακό δείπνο. 

12 Μαρτίου 2011

Θεσσαλονίκη, ερωτική πόλη και εστία πολιτισμού...

Αυτό το σαββατοκύριακο δεν ξέρω τι να πρωτοκάνω. Δύο μοναδικά πολιτιστικά γεγονότα φιλοξενούνται αυτή τη στιγμή στην πόλη μας:

Το 13ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, με αφιέρωμα "Ανατρέποντας τις προκαταλήψεις: Είμαι όπως είμαι"
και η 1η έκθεση Erotic Dream (με υπότιτλο: "Ξεχάστε ότι [sic] ξέρατε μέχρι σήμερα").


Προβλέπεται ένα συγκλονιστικό σαββατοκύριακο για όλα τα γούστα...

9 Μαρτίου 2011

Στάχτη και Burberry



Το καρό μοτίβο, σήμα κατατεθέν της Burberry, είναι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο μοτίβο για τον Νεοέλληνα μετά από τη σημαία της ομάδας του (για τους άντρες) ή το λογότυπο της Louis Vuitton (για τις γυναίκες). Η δημοφιλία του ενλόγω μοτίβου αποδεικνύεται από τη συχνότητα με την οποία εμφανίζεται σε τσαντικά και αξεσουάρ απλωμένα σε σεντόνια πάνω σε πεζοδρόμια της Τσιμισκή ή του Κολωνακίου.

Αυτό όμως που δεν περίμενα ήταν να βρω Burberry τραπεζομάντηλα σε χασαποταβέρνα. Για την ακρίβεια όχι σε μία αλλά σε δύο, άσχετες μεταξύ τους ταβέρνες! 

Εν μέσω του συνήθους κιτσορουστίκ ντεκόρ, τα τραπέζια δεν στολίζονται με ένα απλό καρό τραπεζομαντιλάκι (τρε Μπίθουλας) αλλά με ένα Burberry που προσδίδει αρχοντιά και κιμπαρλίκι. Στις τουαλέτες μπορεί να μην έχει σαπούνι ή χαρτί αλλά το τραπεζομάντιλο Burberry είναι must...

27 Φεβρουαρίου 2011

Ένας Top Chef στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης;


Η είσοδος του εστιατορίου

Όταν οι λέξεις «Top Chef» είναι από τις πρώτες που ξεστομίζουν οι σερβιτόροι καθώς σου δίνουν τον κατάλογο, τι προσδοκίες μπορείς να έχεις από το εστιατόριο;

Το ενλόγω εστιατόριο ήταν το Restaurant on Fire στο Πανόραμα και ο ενλόγω Top Chef ήταν ο Ερβέ Προνζάτο, ο οποίος προφανώς δεν μαγειρεύει αλλά ενεργεί ως executive chef ή consulting chef ή κάτι ανάλογο. Νομίζω, επίσης, ότι είναι και συνιδιοκτήτης. Βέβαια αυτό δεν σου το λένε οι σερβιτόροι ή οι διαφημίσεις που είδα σε κάτι στάσεις λεωφορείων--μάλλον αφήνουν τον κόσμο να πιστεύει ότι θα δει τον ίδιο τον Προνζάτο να μαγειρεύει στην ανοιχτή κουζίνα.

Η πρώτη σελίδα του καταλόγου

Θεώρησα ανησυχητική ένδειξη την ανάγκη να διαφημίσουν τον καθόλα αξιόλογο Προνζάτο ως κορυφαίο τηλεοπτικό σεφ. Και οι φόβοι μου δικαιώθηκαν σε μεγάλο βαθμό.

Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω το εστιατόριο με δύο λέξεις, αυτές θα ήταν "έλλειψη προσανατολισμού".


Τι ακριβώς είναι αυτό το εστιατόριο; Η σύγχυση ξεκινάει από τον σχεδιασμό του χώρου, ο οποίος για απροσδιόριστους λόγους (τα έντονα χρώματα; ο φωτισμός;) μου θύμισε καλό εστιατόριο στην Αμερική στα τέλη της δεκαετίας '80, αλλά και με μερικές άσχετες πινελιές όπως οι αναφορές στο σκανδιναβικό ντιζάιν (τα ξύλινα φωτιστικά οροφής, τα λαδόξιδα eva solo), τα φωτάκια χριστουγεννιάτικου δέντρου στους θάμνους έξω από τη τζαμαρία και το ψεύτικο στεφανάκι με γκλίτερ (!) πάνω στο τραπέζι. Εν μέσω Αποκριών.


Αλλά και στο μενού τα πράγματα δεν ξεκαθαρίζουν. Υπάρχουν πιάτα ιταλικής κουζίνας (μπαλίτσες «μαλφάτι» και ζυμαρικά), διεθνής κουζίνα (π.χ. χοιρινό κότσι με πουρέ σελινόριζας), ελληνική κουζίνα (κοτόσουπα και φασόλια γίγαντες) αλλά και κάτι άσχετα, όπως το πιάτο «αλί ναζίκ», η περιγραφή του οποίου αποκάλυπτε ότι δεν ήταν το ίδιο πράγμα με το ομώνυμο τούρκικο έδεσμα.

Το προσωπικό ήταν ευγενικό αλλά και πάλι ταλαντευόταν ανάμεσα στη βραδύτητα και την αποτελεσματικότητα, την οικειότητα και την αμήχανη τυπικότητα (η σερβιτόρα δείχνει την πιατέλα των γλυκών και περιγράφει: «Παρακαλώ, λέμον πάι με φρέσκο λεμόνι, παρακαλώ πάστα όπερα, παρακαλώ τάρτα φρούτων...»).

Και ερχόμαστε στο σημαντικότερο. Πώς ήταν το φαγητό;  Τα μαλφάτι (μπαλίτσες σπανακιού και παρμεζάνας με μπεσαμέλ), η πράσινη σαλάτα με ντοματίνια και η ποικιλία βραστών ήταν καλά. Ο κύριος Γκάρφιλντ πήρε το χοιρινό κότσι με πουρέ σελινόριζα που ήταν άριστο: Το κρέας νόστιμο, καλοψημένο και μπόλικο σε ποσότητα ενώ ο πουρές ήταν πραγματικά εξαιρετικός. Εγώ είχα την ατυχία να πάρω αρνί γεμιστό με κιμά αρνιού (ως γνωστόν παίρνω πάντα τα πιο περίεργα). Ήταν επιεικέστατα μέτριο κι ας το είχε χαρακτηρίσει ο σερβιτόρος «εξαρετική επιλογή». Το κρέας ήταν τρεις μικρές φέτες με εντελώς απροσδιόριστη γευστική ταυτότητα. Συνοδευόταν από φρέσκιες πατατούλες φούρνου (αδιάφορες) και κάτι εντελώς άνοστα σοταρισμένα (;) λαχανικά άνευ άλλων προσδιοριστικών χαρακτηριστικών. Μια αποτυχία, δηλαδή.

Κρασί δεν ήπιαμε αλλά η κάρτα ήταν σχετικά μικρή, κατά κύριο λόγο με ελληνικά κρασιά, κάποια γαλλικά και ιταλικά και ορισμένα από τον Νέο Κόσμο.


Αποφασίσαμε να πάρουμε γλυκό καθώς για κάποιο μυστηριώδη λόγο ήθελα οπωσδήποτε να δοκιμάσω το Παρί Μπρεστ, ένα γλυκό που δεν το είχα ξαναδει στον κατάλογο κανενός ελληνικού εστιατορίου. Η σερβιτόρα μας έφερε μια πιατέλα με όλα τα γλυκά ώστε να επιλέξουμε αφού τα δούμε, αφού επισήμανε ότι είναι ημέρας, φτιαγμένα από τον δικό τους ζαχαροπλάστη. Χάρηκα που δεν υπήρχε ούτε δείγμα πανακότας, κρεμ μπριλέ ή σουφλέ σοκολάτας. Εκτός από το Παρί Μπρεστ  υπήρχε λέμον πάι, τάρτα φρούτων (με ψημένα φρούτα), πάστα μπλακ φόρεστ, ένα γλυκό από τη νότια Γαλλία (που δεν το είχα ξανακούσει και δεν συγκράτησα το όνομά του), πάστα οπερά με σοκολάτα και καφέ και πάστα μους σοκολάτας με καρδιά κρεμ μπριλέ. Ο συνδαιτημόνας μου, κ. Ροζ Γάτος, αναποφάσιστος μεταξύ των ομολογουμένως θελκτικών γλυκών, τελικά πήρε μια οπερά και μια πάστα μους σοκολάτας ενώ ζάρωσε τη μύτη του για τη δική μου επιλογή (το Παρί Μπρεστ που λέγαμε).

Παρί-Μπρεστ for ever!
Ε λοιπόν το Παρί Μπρεστ ήταν πραγματικά πολύ καλό. Η ζύμη του ήταν όσο αφράτη και υγρή πρέπει ενώ η γέμιση κρέμας πραλίνας είχε νότες βουτύρου και καφέ. Ήταν το καλύτερο γλυκό που έχω φάει εδώ και καιρό. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τις δύο πάστες. Η οπερά ήταν στεγνή και αδιάφορη, η πάστα μους είχε μεν ωραία υφή αλλά η γεύση της δεν συγκίνησε τους ουρανίσκους μας.

Πληρώσαμε περίπου 70 ευρώ το ζευγάρι (χωρίς ποτό).

Υποψιάζομαι ότι το εστιατόριο θα μπορούσε να προσφέρει καλό φαγητό αν αποφάσιζε τι ακριβώς είναι. Ψησταριά; (Άλλωστε λέγεται «on fire».) Εστιατόριο διεθνούς κουζίνας; Ελληνική ταβέρνα πολυτελείας; Όσο για μένα, ο μόνος λόγος που θα ξαναπήγαινα θα ήταν για να θεραπεύσω μια υπογλυκαιμία με ένα ωραίο Παρί Μπρεστ.

18 Ιουνίου 2010

Urban Festival (=Πανηγύρι) στην εξωτική Άνω Τούμπα


Πάντα απορούσα τι εξυπηρετούν τα πανηγύρια εκκλησιών μέσα στην πόλη. Οι γραφικές θρησκευτικές παραδόσεις της ορθόδοξης παράδοσης (λιτανείες κλπ.) έχουν μάλλον χάσει την παλιά τους αίγλη, σε αντίθεση με τις αντίστοιχες της καθολικής εκκλησίας (που είναι πολύ σούπερ, με καρδιές που αιμορραγούν, στολές τύπου ΚΚΚ και άλλα τινά.).

Αποφάσισα, λοιπόν, να επισκεφθώ το πανηγύρι της γειτονιάς μου για να κρίνω ιδίοις όμμασι. Πέρασα καταπλητικά και κατάλαβα πόσο λάθος έκανα που σνόμπαρα ως επαρχιώτικο τον θεσμό των πανηγυριών.

Αφήνω τις εικόνες να μιλήσουν μόνες τους.

Κατηγορία Α :: Εφαρμοσμένες τέχνες | Βιομηχανικός σχεδιασμός



Κατηγορία Β :: Εικαστικά


  

Κατηγορία Γ :: Μουσική


Και μετά από τόση κουλτούρα, χρειάζεται και λίγη διασκέδαση...

Εσείς θα ανεβείτε στο «Πλοίο της αγάπης», στον «Καζαντζάκη» ή στον «Δύστο»;

18 Μαρτίου 2010

Ο Δήμος Θεσσαλονίκης σας εύχεται καλά Χριστούγεννα και καλή Σαρακοστή


(Πλατεία Ελευθερίας, χθες βράδυ.)

Αδυνατώ να κατανοήσω την εμμονή των τοπικών αρχόντων με τη χριστουγεννιάτικη «διακόσμηση». Από τη μια, αρέσκονται να γεμίζουν τις πόλεις μας με λαμπιόνια, αγγελάκια, δεντράκια και καμπανούλες αμφιβόλου--ως επί το πλείστον--αισθητικής, προκαλώντας οπτική ρύπανση και σπαταλώντας ηλεκτρικό ρεύμα. Από την άλλη, επειδή η αφαίρεση και επανατοποθέτηση πολλών από αυτά τα «διακοσμητικά» προφανώς είναι ασύμφορη, κρίνεται σκόπιμη η παραμονή τους στην πόλη 365 ημέρες τον χρόνο. Ενίοτε δε παραμένουν αναμμένα, προφανώς εκ παραδρομής.

Ή μήπως είμαι κακόπιστη και οι τοπικοί άρχοντες απλώς προσπαθούν να κρατήσουν το πνεύμα των Χριστουγέννων διαρκώς μέσα στις καρδιές μας;

19 Οκτωβρίου 2009

Μυστική γευσιγνωσία σοκολάτας




Σχεδόν όλοι αγαπάμε τη σοκολάτα. Αλλά ποια ακριβώς σοκολάτα; Τη γάλακτος; Τη μαύρη; Με πολλή περιεκτικότητα σε κακάο ή με λίγη; Με ξηρούς καρπούς; Ή μήπως με πορτοκάλι (ωιμέ, φρίκη); Με μπούκοβο; Ελληνική ή εισαγόμενη;


Συχνά καταβροχθίζουμε σοκολατάκια και σοκολάτες χωρίς δεύτερη σκέψη για την ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά τους. Ωστόσο η καλή σοκολάτα είναι σαν το καλό κρασί: Έχει πολύπλοκα αρώματα και γεύση που αξίζουν της εστιασμένης προσοχής μας.

Υποθέτω ότι αυτό ήταν το σκεπτικό πίσω από την επιλογή της σοκολάτας ως θέμα για τη γευσιγνωσία που οργάνωσε ο Δημήτρης "Franchise Me" Κοπαράνης. Συν ότι η κατανάλωση σοκολάτας ενδείκνυται για τη δημιουργία χαλαρής και παρεΐστικης ατμόσφαιρας.

Οι συμμετέχοντες έπρεπε να περάσουν από δύσκολες δοκιμασίες πριν πάρουν την πολυπόθητη πρόσκληση: Σφραγισμένοι φάκελοι, μυστικοί κώδικες με συνθηματικά και ευχές, δωμάτια με μυστηριώδη διακόσμηση, άγρυπνοι φρουροί... 

Η γευσιγνωσία, πάντως, στέφθηκε με επιτυχία. Δοκιμάσαμε πολλές σοκολάτες (ίσως περισσότερες από οσες έπρεπε!) αξιολογώντας την όψη, το άρωμα, την υφή, τη γεύση και την επίγευσή τους. Οι πιο ενδιαφέρουσες σοκολάτες ήταν... πικάντικες. Τα σοκολατάκια του Γιώργου Αυγέρου με γκανάς αρωματισμένη με γλυκιά πάπρικα, και η σοκολάτα Vivani Ecuador, 70%, Edel Bitter Chili με τσίλι. Και στις δύο περιπτώσεις, το καυτερό στοιχείο ήταν διακριτικό και προσέθετε μια παιχνιδιάρικη νότα κυρίως στην επίγευση της ούτως ή άλλως καλής σοκολάτας. Το ακριβώς αντίθετο ήταν η σοκολάτα με μπούκοβο από το Εν καρπώ (ή μήπως μπούκοβο με λίγη σοκολάτα;). Κακής ποιότητας σοκολάτα και υπερβολικά πολύ μπούκοβο σε έναν συνδυασμό που σκότωνε (τους γευστικούς κάλυκες).

Κρίμα για τις δύο σοκολάτες Choco Senses (προϊόν συνεργασίας του Παρλιάρου με τη Valrhona). Λόγω κακής συντήρησης, οι κρύσταλλοι του βουτύρου κακάο και/ή της ζάχαρης είχαν ανεβεί στην επιφάνεια, δίνοντας θαμπή όψη και κοκκώδη υφή, χαλώντας το στρώσιμο (tempering) της σοκολάτας. Ο Γιώργος μας είπε ότι αυτό λέγεται «ξεστρώσιμο» στα ελληνικά («bloom» αγγλιστί). Όσο καλή κι αν ήταν κάποτε μια σοκολάτα, η κακή υφή την καταστρέφει. Δυστυχώς το φαινόμενο είναι συχνό στην Ελλάδα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες...

Η δοκιμή έδωσε την ευκαιρία στους συμμετέχοντες να συζητήσουν τις προτιμήσεις τους και να αναρωτηθούν πόσο υποκειμενικές ή όχι είναι οι γευστικές προτιμήσεις. Μέσα σε παρεΐστικο κλίμα φάγαμε τις σοκολάτες μας, ήπιαμε εσπρεσάκι Jamaica Blue Mountain, γνωριστήκαμε και κουβεντιάσαμε για σοκολάτες και πολλά άλλα. Ενδεικτικά: τηλεόραση, τις γυναικείες τουαλέτες του μπαρ Partizan (!), ενδυματολογικούς κώδικες ιδιωτικών σχολείων... 

Εύγε στον διοργανωτή. Περιμένουμε με ανυπομονησία την επόμενη γευσιγνωσία!

14 Οκτωβρίου 2009

Σινεμά στο Πιάτο | Ettore Botrini | ArtO2



Σινεμά στο Πιάτο, 13-10-2009
Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι (Peter Webber, 2003)
ArtO2  (Chef: Ettore Botrini)




H ταινία βασίζεται στο ομώνυμο best-seller της Tracy Chevalier και πραγματεύεται τη σχέση ανάμεσα στον διάσημο Ολλανδό ζωγράφο του Μπαρόκ Jan Vermeer van Delft και την υπηρέτριά του που αποτέλεσε το μοντέλο για τον πίνακα «Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι». Η υπόθεση είναι, βεβαίως, καθαρή μυθοπλασία και μάλλον όχι πολύ κινηματογραφική. Υποθέτω, δηλαδή, ότι το βιβλίο είναι καλύτερο (δεν το έχω διαβάσει) από την ταινία, η οποία είναι αρκετά στατική. Την ταινία σώζουν η φωτογραφία και η σκηνογραφία που καταφέρνουν να μεταφέρουν τον θεατή στο Ντελφτ του 1660. Οι χρωματικές και τονικές αντιθέσεις, οι πλούσιες υφές, το κατευθυντικό, φυσικό φως που ζωντανεύει ανθρώπους και αντικείμενα, όλα παραπέμπουν στην ολλανδική ζωγραφική του 17ου αιώνα, την οποία αγαπώ ιδιαίτερα. Αυτό ήταν αρκετό να παρακολουθήσω ευχάριστα την ταινία, σε συνδυασμό με τις καλές ερμηνείες (δεν αναφέρομαι στη Johansson που δεν χαρακτηρίζεται από μεγάλη ερμηνευτική γκάμα--σε όλο το έργο έχει μιάμιση έκφραση). Θα σταματήσω εδώ γιατί φοβάμαι ότι θα παρασυρθώ και θα προβώ σε κριτική του έργου μέσα από σχολιασμό της μπαρόκ ζωγραφικής των Κάτω Χωρών.

Και ερχόμαστε στο φαγητό. Ο Ettore Botrini είναι δικαιολογημένα ένας από τους διασημότερους Έλληνες σεφ. Ξέρει να μαγειρεύει χρησιμοποιώντας απλά, καλά υλικά και ευφάνταστες μεθόδους παρασκευής και παρουσίασης. Ο Botrini έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό χάρη στη σειρά που παρουσιάζει στον Alpha, η οποία έχει ενδιαφέρον για πολλούς λόγους--αλλά αυτό θα αποτελέσει θέμα μελλοντικού άρθρου.

Το μενού που μας περίμενε στο ArtO2 προέβλεπε τα εξής:

MYSTERY PEARL BOX
Κουτί με θαλασσινά και μαργαριτάρια από τζίντζερ (τεχνική σφαιροποίησης)
Σαμαρόπετρα Κυρ-Γιάννη

COLORS OF PASSION
Θαλασσινά με διάφορες κρέμες από βότανα
Σαμαρόπετρα Κυρ-Γιάννη

UNREQUITED LOVE
Πιάτο με κυνήγι και πάστα
Παράγκα Κυρ-Γιάννη

WHITE PEARLS EXPLOSION
Σφαίρες από γιαούρτι με μέλι και άρωμα λεβάντας

Αν έπρεπε να περιγράψω το μενού με λίγες λέξεις θα το χαρακτήριζα ως ένα απολαυστικό κρεσέντο.

Το πρώτο πιάτο με απογοήτευσε λίγο: Το «κουτί» ήταν μια μικρή σφολιάτα σχήματος ορθογώνιου παραλληλεπίπεδου, η πάνω επιφάνεια της οποίας ήταν χρωματισμένη με μελάνι σουπιάς. Δίπλα βρισκόταν ένα λυγισμένο κουτάλι που φιλοξενούσε κάτι που έμοιαζε με ρώγα από σουλτανί σταφύλι. Η γέμιση του κουτιού ήταν νόστιμη αλλά η γεύση της σφολιάτας την υπερκάλυπτε. Όσο για τη ρώγα του σταφυλιού, ήταν τα «μαργαριτάρια από τζίντζερ». Η τεχνική της σφαιροποίησης έχει γούστο: Το υγρό περιεχόμενο της σφαίρας καλύπτεται από λεπτή επιδερμίδα που εκρήγνυται στο στόμα. [Note to self: Πώς τη φτιάχνουν την μπαλίτσα; Ο This λέει τίποτα σχετικά; Μούμπλε μούμπλε... Μου θύμισε εκείνες τις μαλακές μπαλίτσες με έλαια μπάνιου που ήταν της μόδας όταν ήμουν στο γυμνάσιο. Κουφός συνειρμός;] Η ενλόγω σφαίρα με απογοήτευσε οπτικά γιατί δεν έμοιαζε καθόλου με πέρλα ή άλλο κόσμημα. Ίσως να ήθελε λίγη φαγώσιμη mica ή κανένα μικρούτσικο φυλλαράκι χρυσού, κάτι τέλος πάντων που να παραπέμπει σε κόσμημα και όχι σε σταφύλι. Ή μήπως εγώ τα βλέπω όλα μέσα από το πρίσμα των εικαστικών και της οπτικής επικοινωνίας;

Το πιάτο με τον τίτλο «Colors of Passion» είχε γαρίδες και σουπιά (νομίζω) που περιβάλλονταν από 3 διαφορετικές κρέμες: Καθεμιά είχε άλλο άρωμα, χρώμα και υφή. Μου άρεσε αυτή η ποικιλία αλλά λιγάκι με μπέρδεψε (ο πτωχός μου εγκέφαλος δυσκολεύεται να επεξεργαστεί πολλά ερεθίσματα ταυτόχρονα), με αποτέλεσμα να δυσκολεύομαι να προβώ σε λεπτομερή σχολιασμό του πιάτου, οπότε θα αρκεστώ στο γενικόλογο: Νόστιμο και ισορροπημένο. Παρόλαυτα, αδυνατώ να συσχετίσω τον τίτλο με το πιάτο. Δεν κατάφερα πουθενά να εντοπίσω πάθος.

Το πιάτο με κυνήγι και πάστα με ενθουσίασε μόλις το είδα: Οι φετούλες πάπιας ήταν ξαπλωμένες πάνω σε βελούδινο πουρέ πατάτας ενώ μια διαγώνια πινελιά βερμιγιόν σάλτσας έδινε έναν δυναμικό τόνο. Τη σύνθεση ολοκλήρωναν ένα baby καροτάκι και τρεις πένες (ναι, το ζυμαρικό ήταν μόλις τρεις πένες). Λατρεύω την πάπια και τυ συγκεκριμένη την απόλαυσα γιατί ήταν αρωματική, τρυφερή, ψημένη όσο έπρεπε και ήπια καρυκευμένη. Δεν κατάφερα να αποκωδικοποιήσω τι περιείχε η βερμιγιόν σάλτσα αλλά τόσο το χρώμα όσο και μια υποψία στυπτικότητας μου έφεραν στο μυαλό  sumac. Ο τίτλος του πιάτου (Αγάπη χωρίς ανταπόκριση) θα μπορούσε να αναφέρεται στη σχέση των επιμέρους στοιχείων του πιάτου. Ή και όχι.

Το καλύτερο, όμως, για μένα ήταν το επιδόρπιο. Δύο σφαίρες από γιαούρτι με μέλι συνοδευόμενες από χαβιάρι... ταπιόκας. Η ταπιόκα είναι από τα πιο άνοστα πράγματα του σύμπαντος, οπότε όταν μας είπε ο σερβιτόρος τι ήταν, προβληματίστηκα λίγο. Είχα, όμως, άδικο γιατί ήταν αρωματισμένη με λεβάντα και η χαβιαροειδής υφή της ήταν τέλεια. Η λεπτή γεύση και η συναρπαστική υφή του γλυκού με έκανε να μη θέλω να τελειώσει. Encore!

Και τώρα θα γκρινιάξω λιγάκι. Το πρώτο μου παράπονο αφορά τους σερβιτόρους, οι οποίοι δεν φαίνονταν καλά εκπαιδευμένοι. Το σέρβις ήταν λίγο ανοργάνωτο (κάποιοι σερβιρίστηκαν πρώτοι ενώ ήρθαν αργότερα, τα δικά μας ποτήρια κρασιού άργησαν πολύ να γεμίσουν με το πρώτο κρασί) και οι σερβιτόροι ήταν λιγάκι αμήχανοι, με αποκορύφωμα όταν ο δικός μας έβγαλε σκονάκι από την τσέπη για να θυμηθεί τι είναι αυτό στο επιδόρπιο (ήταν η ταπιόκα)--και μάλιστα χωρίς να τον ρωτήσουμε εμείς!

Η άλλη παρατήρησή μου στρέφεται στο design του εστιατορίου (εντάξει, ας μου καταλογίσει ο αναγνώστης επαγγελματική διαστροφή). Ο χώρος είναι μεν λιτός και με σύγχρονη αισθητική χωρίς μορφολογικές υπερβολές αλλά είναι επίσης κρύος, απρόσωπος και μάλλον αφιλόξενος. Το χειρότερό μου είναι ο φωτισμός ο οποίος όχι μόνο δεν προσθέτει αλλά αφαιρεί από την ατμόσφαιρα. Το πλέον ενοχλητικό είναι οι κίτρινες λάμπες φθορισμού στα παράθυρα. Το φως τους τύφλωνε τον συνδαιτημόνα μου (καθόμασταν δίπλα στο παράθυρο) και η ψυχρή κίτρινη απόχρωσή του αλλοίωνε τα χρώματα του φαγητού. Επίσης, πολύ αμήχανο βρήκα το διακοσμητικό του τραπεζιού μας: ένα διαφανές μπολάκι (από το IKEA;) με ροζ υγρό στο οποίο επέπλεε ένα σβηστό κεράκι ρεσό (οι σερβιτόροι παρέλειψαν να ανάψουν κι εμείς δεν είχαμε αναπτήρα). WTF? Υπάρχουν τόσα στιλάτα διακοσμητικά στην αγορά... Ειλικρινά, η αταίριαστη ατμόσφαιρα είναι το μόνο πράγμα που θα με αποθάρρυνε από το να επισκέπτομαι συχνότερα το ArtO2. Μου αρέσουν τα εστιατόρια όπου νιώθω πως θα μπορούσα να μείνω εκεί για πάντα.




11 Οκτωβρίου 2009

Σινεμά στο Πιάτο | Daios Food Bar Restaurant


Σινεμά στο Πιάτο:
Daios Food Bar Restaurant, 9 Οκτωβρίου 2009




Μου αρέσουν οι πολυαισθητικές εμπειρίες, γι' αυτό και τσίμπησα αμέσως μόλις έμαθα για το Σινεμά στο Πιάτο. [Note to self: Σαν πολλά ενδιαφέροντα πράγματα δεν γίνονται εσχάτως στη Θεσσαλονίκη; Τι συμβαίνει;]

Την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου, το πρόγραμμα προέβλεπε την ταινία Βασίλισσα Βικτώρια: Τα χρόνια της νιότης και δείπνο στο Daios Food Bar Restaurant (το Ιντεάλ, με το αρκετά πιο πρωτότυπο μενού, δεν είχε τραπέζια).

Για την ταινία δυστυχέστατα δεν έχω άποψη γιατί δεν πρόλαβα την προβολή (σνιφ, σνιφ!). Ωστόσο, έχω άποψη για το μενού, το οποίο και παραθέτω. Σε παρένθεση τα κρασιά που συνόδευαν κάθε πιάτο.


Chef: Γιάννης Παντζίκης

MENU

Σε συνεργασία με το Il Salumaio di Montenapoleone
Συνοδεία εκλεκτών κρασιών του «Κτήματος Χατζημιχάλη­­»

Μετ' εμποδίων πορεία προς τη βασιλική εξουσία.
Βραχάκια παρμεζάνας, prosciutto Salumaio di Montenapoleone, ελαφρώς τηγανισμένο ψωμάκι
Cuvée Maison Κτήμα Χατζημιχάλη 2004
Τοπικός οίνος Οπουντίας Λοκρίδος

Βασιλική οικογένεια. Εξουσία και ισορροπίες.
Φρέσκα λαζάνια σε ισορροπία με υπέροχη σάλτσα ραγού
Cuvée Maison Κτήμα Χατζημιχάλη 2004
Τοπικός Οίνος Οπουντίας Λοκρίδος

Δείπνο στο παλάτι
Σιγομαγειρεμένο τρυφερό μοσχαρίσιο κρέας, σάλτσα ντομάτας με baby πατάτες φούρνου και δεντρολίβανο.
Cabernet Sauvignon Κτήμα Χατζημιχάλη 2006
Τοπικός Οίνος Κοιλάδας Αταλάντης

Η γλυκιά συμβίωση της βασίλισσας Victoria με τον πρίγκηπα Albert
Λαχταριστή Panacotta με σάλτσα από μαύρα μούρα.
Moscato D' Asti DOCG Gancia


Με την πρώτη ματιά, το μενού μου φάνηκε χωρίς φαντασία. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, ήταν καλά εκτελεσμένο, με καλαίσθητη παρουσίαση και επιτυχή ισορροπία γεύσεων.

Στα βραχάκια παρμεζάνας με prosciutto και τηγανητά ψωμάκια, τα ψωμάκια ήταν το πιο πρωτότυπο στοιχείο: Είχαν σχήμα ρόμβου, ήταν κατάλευκα, στεγνά και κενά στο εσωτερικό τους. Παρ' ότι δεν συμπαθώ τα τηγανητά ψωμιά, τα συγκεκριμένα δεν ήταν καθόλου άσχημα. Το τυρί και το αλλαντικό ήταν καλά αλλά χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις.

Και ερχόμαστε στο κρασί, το μεγάλο φάουλ. Αν πήγαινε με το πιάτο; Δεν ξέρω. Ήταν σερβιρισμένο σε εντελώς λάθος θερμοκρασία, με αποτέλεσμα να αλλοιώνονται τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του. Ποια ήταν αυτή η θερμοκρασία; Μα η γνωστή σε όλους «θερμοκρασία δωματίου».

Να το γράψω με κόκκινα γράμματα μπας και το εμπεδώσουν κάποιοι στην Ελλάδα: Όταν λέγεται ότι το κόκκινο κρασί σερβίρεται σε θερμοκρασία δωματίου, αυτό το δωμάτιο εννοείται ότι βρίσκεται σε γαλλικό πύργο χωρίς κεντρική θέρμανση και όχι σε ένα σύγχρονο σπίτι ή εστιατόριο, όπου η θερμοκρασία είναι τουλάχιστον 25ºC! Για να επιτευχθεί η επιθυμητή θερμοκρασία στο κόκκινο κρασί (συνήθως 12-18ºC, ανάλογα με το κρασί), συχνότατα χρειάζεται ψύξη (με τον σωστό τρόπο).


Τα κόκκινα κρασιά στο Daios βρίσκονταν αφημένα πάνω στον πάγκο του μπαρ, χωρίς οποιαδήποτε προσπάθεια να έρθουν στη σωστή θερμοκρασία. Όταν μάλιστα το επισήμανα αυτό στο προσωπικό, απλώς μου είπαν ευγενικά «σας ευχαριστούμε για την παρατήρηση». Περίμενα να διορθώσουν το λάθος τους αλλά φευ... Και το δεύτερο ποτήρι ήρθε στην ίδια απαράδεκτη θερμοκρασία. Ασυγχώρητο σφάλμα από έναν χώρο που υποτίθεται ότι πουλάει ποιότητα.

Τα φρέσκα λαζάνια ήταν νόστιμα. Το «υπέροχο» ραγού είχε όσο έπρεπε πολύπλοκη γεύση, όπου ξεχώριζε το μπαχάρι. Όμως δεν αντέχω να μη σχολιάσω ότι με ενοχλεί όταν η περιγραφή ενός πιάτου περιέχει αξιολογικές κρίσεις και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό. Θα ήθελα να κρίνω εγώ αν είναι «υπέροχο» και όχι να μου το πει ο σεφ, γκέγκε; Η παρουσίαση των λαζανιών ήταν χαριτωμένη καθώς είχαν τριγωνικό σχήμα και στην κορυφή τους ήταν μπηγμένο ένα κόκκινο, ημιδιαφανές «φτερό» (αποξηραμένη φλούδα τομάτας; Δεν είχε καμία ιδιαίτερη γεύση.)

Νόστιμο και τρυφερό ήταν και το μοσχάρι του κυρίως πιάτου. Ο συνοδός μου το βρήκε άριστο αλλά εγώ βρήκα τη γεύση του κάπως τετριμμένη, παρά τις ευχάριστες νότες δεντρολίβανου. Δεν μου πολυάρεσαν οι πατάτες: Έμοιαζαν περισσότερο με πατάτες ατμού παρά με ψητές και η γεύση τους θύμιζε μαζική εστίαση. Και αυτό το πιάτο κοσμείτο από το ίδιο κόκκινο φτερό (τι έγινε, στέρεψε η φαντασία στα διακοσμητικά;).

Και ερχόμαστε στο επιδόρπιο, ώστε να μπορέσω να τσιρίξω: Γιατί, chef μου, panacotta; Μας έχει βγει από τα αυτιά. Μέχρι και η ταβέρνα της θείας Σύρμως στο χωριό σερβίρει πανακότα και κρεμ μπριλέ. Εγώ θα επέλεγα ένα ωραίο semifreddo. Τέλος πάντων. Η panacotta είχε σωστή υφή και κρεμώδη, πλούσια γεύση. Η σάλτσα ήταν μάλλον αδιάφορη αλλά δεν αφαιρούσε από το τελικό αποτέλεσμα.

Αυτό, όμως, που καταευχαριστήθηκα ήταν το κρασί. Δεν είχα ξαναπιεί Moscato d' Asti και με εξέπληξε ευχάριστα: Ελαφρύ, ήπιο σε γλύκα και φυσαλίδες, με αρώματα φρούτων και λουλουδιών. Καμία σχέση με άλλους σιροποειδείς επιδόρπιους οίνους. Α, ναι, και ήταν σερβιρισμένο στη σωστή θερμοκρασία. (Πάλι καλά.)

Η εξυπηρέτηση στο εστιατόριο ήταν ευγενική και αποτελεσματική. (Αφήνω κατά μερος το ζήτημα με το κρασί.) Αν είχα να κάνω μια παρατήρηση, θα ήταν ότι δεν υπήρχε ικανός χρόνος μεταξύ των πιάτων. Μου αρέσει να απολαμβάνω το φαγητό μου με πιο αργούς ρυθμούς και όχι να νιώθω ότι βιάζονται να με διώξουν.

Σε γενικές γραμμές, θα είχαμε ευχαριστηθεί την έξοδο αν δεν υπήρχε το πρόβλημα με το κρασί που μας χάλασε λίγο το κέφι. Εκ των υστέρων μετανιώνω που δεν το έκανα θέμα, αλλά εκείνη την ώρα ήμουν πολύ κουρασμένη για να το κάνω.

Παρά τις ενστάσεις μου, η τιμή των 25€ κατ' άτομο κρίνεται άριστη σε σχέση με τα κρατούντα στην ελληνική εστίαση.

Άντε να δούμε πώς θα είναι η επόμενη βραδιά (αύριο, στο ArtO2).


10 Μαΐου 2009


Γιατί συμμετείχα στη σημερινή ποδηλατοπορεία



Για πρώτη φορά στη ζωή μου σήμερα συμμετείχα σε μια ποδηλατοπορεία. Αισθάνθηκα ότι είναι υποχρέωσή μου ως μέλος της κοινωνίας των πολιτών και ποδηλάτισσα να ενώσω τη φωνή μου με αλλους ποδηλάτες.

Περίπου 450 ποδηλάτες συμμετείχαν στην ποδηλατοπορεία στη Θεσσαλονίκη--έναντι 250 πέρσι. Ο συνολικός αριθμός συμμετεχόντων σε όλη την Ελλάδα υπολογίζεται σε 8.000. Οι ποδηλάτες αυξάνονται εκθετικά και ελπίζω η υπόλοιπη κοινωνία να το αντιληφθεί.

Τα αιτήματα της ποδηλατοπορείας ήταν πολλά αλλά νομίζω ότι μπορούν να συνοψιστούν στο εξής ένα: Αναγνώριση του ποδηλάτου ως ισότιμου μέσου μεταφοράς και όχι ως παιχνιδιού. Οι ποδηλάτες δεν είναι αργόσχολοι. Είναι άνθρωποι που πηγαίνουν στο σπίτι τους, στη δουλειά τους, στην καφετέρια ή όπου αλλού όχι με μηχανοκίνητο μέσο αλλά με ποδήλατο, ένα μέσο αθόρυβο, οικονομικό και απόλυτα φιλικό προς το περιβάλλον και την υγεία μας.

Οι οδηγοί αυτοκινήτων και μοτοσικλετών συνήθως αντιμετωπίζουν εμάς τους ποδηλάτες με δυσφορία και εχθρότητα γιατί "τους καθυστερούμε" και "αποτελούμε κίνδυνο ατυχήματος". Βέβαια υπάρχουν εύκολες ανταπαντήσεις: Στην πόλη έτσι κι αλλιώς οι ταχύτητες δεν είναι πολύ μεγαλύτερες από αυτές των ποδηλάτων. Συνεχώς βλέπω οδηγούς να με περνάνε μαρσάροντας επιδεικτικά και τελικά στο φανάρι πάλι να βρίσκομαι μπροστά τους (προς μεγάλο τους εκνευρισμό, υποθέτω!). Επίσης, ο κίνδυνος ατυχήματος ελαχιστοποιείται αν οι οδηγοί έχουν στο μυαλό τους ότι οι ποδηλάτες κινούνται πιο αργά, πιο αθόρυβα και χωρίς την ενεργητική και παθητική ασφάλεια ενός αυτοκινήτου. Βέβαια χρειάζεται επιμόρφωση και των ποδηλατών, οι οποίοι συχνά παραβιάζουν τον Κ.Ο.Κ., οδηγούν χωρίς φώτα το βράδυ ή κάνουν άλλες ανεπίτρεπτες ταρζανιές.

Φίλοι οδηγοί, κάθε ποδήλατο σημαίνει μείον ένα αυτοκίνητο από τους δρόμους άρα καλύτερες ταχύτητες μετακίνησης για σας και ταυτόχρονα λιγότερο καυσαέριο και περισσότερη ησυχία για όλους μας. Δεν αξίζουν αυτά την "ενόχληση" που υφίσταστε από τους ποδηλάτες; Σας παρακαλώ την επόμενη φορά που θα δείτε έναν ποδηλάτη να οδηγεί δίπλα σας αναλογιστείτε το ενδεχόμενο να του φερθείτε του με συμπάθεια και όχι εχθρότητα. Χαμογελάστε του και μάλλον θα σας ανταποδώσει το χαμόγελο. (Εγώ τουλάχιστον πάντα ανταλλάζω χαμόγελα με οδηγούς!)

Τα μέτρα της επιδότησης αγοράς ποδηλάτου και της τροποποίησης του Κ.Ο.Κ. νομίζω ότι είναι απαραίτητα. Με μικρό κόστος για το κράτος μπορούν να έχουν σημαντικά αποτελέσματα.

Τώρα, όσον αφορά τα αιτήματα για ποδηλατοδρόμους, η θέση μου είναι η εξής: Φανατικά ναι στους ποδηλατοδρόμους αλλά η δημιουργία σωστών ποδηλατοδρόμων απαιτεί μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. (Εκτός αν μου πείτε ότι σας καλύπτει ο ήδη υπερκορεσμένος "ποδηλατόδρομος" της Παραλίας.) Στο μεταξύ, ας βρούμε τρόπους να κινούμαστε με ασφάλεια μαζί με τα άλλα οχήματα.

Τέλος, φοβάμαι ότι το αίτημα περί μεταφοράς ποδηλάτων στα λεωφορεία του ΟΑΣΘ είναι ανεδαφικό--σε αντίθεση με το αίτημα μεταφοράς ποδηλάτων στο μετρό της Αθήνας, το οποίο δεν καταλαβαίνω γιατί δεν ικανοποιείται. Τα λεωφορεία του ΟΑΣΘ δυστυχώς δεν προσφέρουν κατάλληλες συνθήκες για τη μεταφορά ποδηλάτων, εκτός αν είναι αναδιπλούμενα, και βρίσκω ότι αυτό θα αλλάξει πολύ δύσκολα. (Μεταξύ μας, τα λεωφορεία του ΟΑΣΘ είναι ακατάλληλα και για ανθρώπους, ιδιώς το καλοκαίρι--αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση...) Συνεπώς, ας πιέσουμε να γίνουν όλα τα άλλα (μετρό στα τραίνα, μετρό κλπ.) και ας αφήσουμε τα αστικά λεωφορεία για την ώρα.

14 Οκτωβρίου 2007

"I want to ride my bicycle, I want to ride my bike..."



Χθες έκανα την πρώτη μου βόλτα με ποδήλατο μέσα στην πολή (Θεσσαλονίκη). Ήταν κάτι που ήθελα από καιρό αλλά δεν τολμούσα να κάνω.

Επιτέλους βρήκα το θάρρος. Δύο ήταν τα βασικά κίνητρα της απόφασης:

1. Το ποδήλατο είναι εξαιρετική μέθοδος ήπιας γυμναστικής για όσους από εμάς κάνουν δουλειά που τους καθηλώνει σε μια καρέκλα.

2. Το ποδήλατο είναι το πιο φιλικό προς το περιβάλλον μέσο μεταφοράς. Η χρήση του υποδηλώνει μια ιδεολογία που με εκφράζει.

Φυσικά υπάρχουν και άλλα πλεονεκτήματα του ποδηλάτου: Ταχύτητα στις μετακινήσεις (ιδίως εκεί που η στάθμευση είναι δύσκολη), οικονομία (ακόμα και τα φτηνά μέσα μαζικής μεταφοράς έχουν εισιτήριο), ευκαιρία να ανακαλύψεις γωνιές της πόλης που διαφορετικά θα παρέβλεπες.

Επίσης, το ποδήλατο είναι διασκεδαστικό! Γιατί, άλλωστε, αρέσει τόσο στα παιδιά; (Τα παιδιά ξέρουν καλύτερα πάντα!)

Ε, λοιπόν, κι εγώ χθες το καταδιασκέδασα. Ακόμα και κατά τα πρώτα τρομερά λεπτά δίπλα από αυτοκίνητα. Είναι στ' αλήθεια λίγο τρομακτικό να περιτριγυρίζεσαι από τετράτροχα και να σκέφτεσαι ότι ένα λάθος και σε έχουν κάνει λιώμα. Αλλά νομίζω ότι μετά από λίγες ώρες πεταλιού θα νιώσω πολύ πιο άνετα.

Πάντως, οι ποδηλάτες συνεχίζουν να αντιμετωπίζονται ως γραφικοί και εκκεντρικοί. Το αντιλήφθηκα από τα βλέμματα των περαστικών χθες και από την συγκεκαλυμμένη εχθρότητα των οδηγών.

Η πρώτη μου μετακίνηση ήταν στη γειτονιά. Ελπίζω σιγά σιγά να τολμήσω και μεγαλύτερες βόλτες μέχρι το κέντρο της πόλης ή ακόμα παραπέρα. Ελπίζω επίσης να γνωρίσω και άλλους ποδηλάτες της πόλης.

Watch this space!